ΣΑΝ ΧΑΝΕΤΑΙ ΠΙΣΩ κι η τελευταία στροφή της Κανέτας – καθίζηση στο μάτι, βαλλίσματα στο κορμί, ελικές στο στομάχι – αρχίζει μια άλλη, χαμηλή πατρίδα και ράτσα. Ο Άραχθος κι ο Λούρος είναι τα ποτάμια της. Ο ποιητής κάποτε σ΄ αυτή τη διάσταση δοκίμαζε: Ολύτσικα Τζουμέρκα, πες τα φρούρια ισόβια Άραχθος Λούρος, πες τους ταχυδρόμους των βουνών, κάτω η κοιλάδα τους παιγνίδι για τους ζωντανούς την ξεφυλλίζει η Άνοιξη πράσινη, ο χειμώνας κίτρινη - σαν βίβλος χωματένια.
Ο Άραχθος σαν να τινάχτηκε κάτω από μια πέτρα της Πίνδου, φίδι και ιχθυοειδές με λυγερά λέπια και γυρίσματα. Από ψηλά κάνει σινιάλα στη Θεσσαλία, αφρίζει κάτω από έλατα και καστανιές και τελειώνει σχεδόν αθλητικός, πάντα έφηβος. Ο Λούρος λιάζεται κάπου χαμηλά σαν κροκόδειλος, καμουφλαρισμένος μες στην ασορτί χλωρίδα του. Απ΄ τα Παρασούλια κατηφορίζει μια ιδέα νερού. Μια απόμερη μινιατούρα λίμνης πίσω από τα Τερροβίτικα σύνορα. Πάνω απ΄ τα χαλάσματα του Ρωμαϊκού υδραγωγείου που ύδρευε μια φορά, μίλια μακριά, τη Νικόπολη, σαν σε ταμπλώ μια σκηνογραφία καταρράχτη. Παρακάτω βρυσίσματα κρυφά χωνεύονται μέσα του. Κι ο Λούρος σαν τους παραποτάμιους λαούς του κουβαλητής χωρίς να ξοδεύεται, χωρίς τη χάρη του παιγνιδιού και της καλαισθησίας, τα συμμαζώνει μέσα του. Χωρίς να το καταλάβεις έγινε κι όλας ένα ποτάμι. Εδώ του ορίστηκε γη πολυβότανη, λάκκες και βάλτοι και περιβολάκια της κάτω Ηπείρου.
|