ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ της πατρίδας μου μη μου ζητάτε ιστορίες από βιβλικά κιτάπια. Όλα τα σκόρπισε εκείνη η ασυγκίνητη άνοιξη του ΄44. Στα Γιάννενα, στην Άρτα, στην Πρέβεζα – απ΄ τη Βαλτική ως τα Βαλκάνια – εκατομμύρια κράνη μ΄ αγκυλωτούς σταυρούς. Και κάτω το βαρύ πέλμα που ποδοπάτησε την πεντάλφα – τι γύμνασμα αλήθεια να την πετύχεις με μια μονοκοντυλιά στα έξι σου χρόνια! – αναποδογύρισε την εμπορική ζυγαριά και τους πλανόδιους μπόγους. Κι ύστερα χύθηκε μες στα στενοσοκκάκια ο «προηγούμενος» χριστιανός, ρήμαξε τα εμπορικά και τ΄ ακίνητα, ξύλωσε τη συναγωγή για τα πορτοπαράθυρα και τα μάρμαρα, σήκωσε την πλακόστρωση μην εύρει τις λίρες, τρύπωσε στο ταβάνι και στις καπνοδόχους για το χρυσάφι και τ΄ ασήκωστα τόπια με τα κασμήρια. Φαντάσου ακόμα κι αυτόν που γλύτωσε τα σκάγια: γύρισε εδώθε με κόκκινη γενειάδα βασιλιάς χωρίς ακάνθινο στεφάνι στην πόλη, στα Εβραϊκά πολεμούσε να θυμηθεί, εξώλης και προώλης
Γιώζεφ, σαπουνίσου με το κορμί σου παλιόφιλε.
|