Ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
Ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε
και με φως και με θάνατος
ακαταπαύστως
ΚΑΛΒΟΣ
Ι
Πέρα απ’ την πόλη μακριά απ’ τα τείχη...
καθώς ξεκόπηκα μια νύχτα απ’ τα μεγάλα πλήθη
κ’ έμπαινα πιο βαθιά μες στα σκοτάδια
κι άφηνα πίσω μου μια μνήμη από καμπάνες
σε κάτι ξάφνου σκόνταψα και βλέπω
μέγα κορμί να ξεδιπλώνεται μπροστά μου
Τη σήψη του τι τραγικά κανοναρχούσε ο λίβας
γύρω του σκόρπισε με ρύγχη ματωμένα ένα κοπάδι αιώνες
μέσα στους βούρκους βούρκωνε όλη η έρημος
σπρώχνοντας με τα χέρια μου τα σύννεφα
έσκυψα μέσα μου σαν σε τυφλή χαράδρα κ’ είπα:
«μάγος θα ‘ναι»
Σαν μπαίναμε κατόπι σ’ ένα μπαρ
γύρισε μου συστήθηκε – Τζιμ Μπλαίκερ
(Βέβαια χάρηκα πολύ) Έριξε μια φορά τα ζάρια
έφερε ντόρτια και παράγγειλε βερμούτ
— Παρακαλώ δουλειά;
— Ταχυδακτυλουργός απ’ την Οντέσσα
Μου’πε πως κάποιος μέλλεται να γεννηθεί
μύριζε θρύλλους μακρινούς και νεκρολίβανα
ρήτορες στις εξέδρες παζαρεύαν την αθανασία
—στα μάτια τους κοιμόταν ένας θάνατος—
μου ‘πε πως μέλλεται να γεννηθεί κάποιος δικός τους:
«Ιησούς»
μαζεύτηκε ένα γύρω του πλήθος ληστές κι αγύρτες
τα ‘παιξε όλα έπαιξε και την ψυχή του
τα ‘χασε όλα έχασε και την ψυχή του
ήρθε τον έπιασε η φρουρά της Πολιτείας
και τώρα πήγαινε με τις αρκούδες ορφανές στο πλάι του
κάτω το πλήθος σφύριζε: «σταυρώστε τον»
σαν έφτασε στην πύλη γύρισε μου φώναξε
— Σε καρτερώ
την άλλη νύχτα μπρος στη γέφυρα της Μπον
σε καρτερώ και μην ξεχνάς το σύνθημά μας
«Ιησούς»
ΙΙ
Στη γέφυρα της Μπον φορούσε και τα σάβανά του
φωνή με χτύπησε από πάνω
— Είμαι ο Αβελάρδος
Τίναξε απ’ την ψυχή του τα σκουλήκια και τον γνώρισα
σ’ αυλές βασιλικές μεσουρανούσε ο ίσκιος του και διάβαζε
το Φάουστ μες στα φεγγαρόφωτα σαν δόκτορας
που ‘χε για σήμα του θανάτου την ανάσταση
περνούσε από στοά σ’ άλλη στοά κι ανέβαινε
με τους ιππότες του χαμού μπρος στ’ άδεια μνήματα
μαύλιζε πνεύματα εξαργύρωνε τα μέταλλα
χύνονταν κάτω καραβάνια οι σταυροφόροι
κι αλχημιστής στα σταυροδρόμια τους χρυσάφιζε
Για αιρετικός στο τέλος κατακρίθηκε
και πριν χαράξει τον ανέβασαν τα πλήθη
σε μια φωτιά από πάθη κι αναθέματα
και το κορμί του σαν θλιμμένος λυχνοστάτης
φώτιζε απ’ άκρη σ’ άκρη τον Μεσαίωνα
ΙΙΙ
Την Τρίτη νύχτα
νύχτα μήτρα της αυγής
σαν το κορμί μιας σκοτεινής μεγάλης πόρνης
τη θέρισε στην αγκαλιά του ο Γαβριήλ αρχάγγελος
Κι αυτός ανέβαινε στην όχτη του άλλου κόσμου
τη σάρκα γδύθηκε και ντύθηκε τα σύννεφα
τον είχε πάρει ο αστερισμός του
Κ’ η φωνή του
Πατούσε κάτω δύο λιοντάρια βενετσιάνικα
δίχως λιβάνι δίχως μύρα δίχως σμύρνα
πατούσε πάνω στους αιώνες κ’ έτσι κήρυττε:
«Δεν είναι φως μήτε σκοτάδι είναι η φτερούγα μου
γύπα μεγάλου που ξεκόπηκε απ’ το σύμπαν
ναυαγισμένος μες στη γη τον ήλιον έσβησε
ναυαγισμένος στην καρδιά τα μάτια τύφλωσε
—ουράνια τόξα που τον ζώνουν είναι οι ώρες—
πάνω απ’ τ΄ανθρώπινα είναι στάχτη κάτω στάχτη
μέσα στ’ ανθρώπινα είναι ο μύθος σαν χιτώνας
νεκρού που πέθανε στη μάχη και σκυλεύτηκε»
Κ’ εγώ του φώναζα
— Τζιμ Μπλαίκερ Αβελάρδε γιε της Νύχτας
μη φεύγεις δος μου τ’όραμά σου
με τα χέρια μου
άγγιζα τα μαλλιά του στα κλαδιά Και στο φεγγάρι
την όψη του άγγιζα μα αλλίμονον μας χώριζε
η όχτη αυτού του κόσμου κι όπως έπεφτα
από μιαν άβυσσον εγώ σ’ άλλη βαθύτερη
χύθηκαν πάλι τα σκυλιά ψηλά στην όψη του
Κ’ η σήψη τώρα κυβερνούσε το στερέωμα