Να περνούσε ανέλπιστα ώ να περνούσε ουράνιος μηχανοδηγός σαν ένα χέρι του Παραδείσου κ΄ η μέρα κάτω να μη τελειώνει με το φεγγάρι ούτε μ΄ αυτούς που τους αφήσαμε χαμηλά εκεί που το χέρι τους πιάστηκε αιώνια στη χτεσινή την αυριανή σ΄ όλες τις αποτρόπαιες πόρτες εξόδου
|