Το μεταίσθημα της εμπειρίας μιας συλλογικής δοκιμασίας Ξεχείλισαν οι περιπέτειες
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Την εξέλιξη στην ιστορία της λογοτεχνίας δεν την καθορίζει, όπως συνηθίζεται να γράφεται απλώς η διαδοχή των γενεών ή των σχολών. Αυτοί είναι εξωτερικοί επικαθορισμοί ή μάλλον δεδομένα. Γιατί η ποίηση από τη στιγμή που προσηλώνεται τυφλά στην «Εποχή» (ο όρος και ως μετωνυμία της «γενιάς»), χάνει την ορμή της για διάρκεια. Και ασφαλώς τυποποιείται, από τη στιγμή που εμπεδώνεται ως «σχολή».
Την εξέλιξη κάθε φορά την καθορίζει, στην προέκταση των παραπάνω δυο όρων, η καινούργια λογοτεχνικότητα της γλώσσας των κειμένων. Την ορίζει η αλλαγή της οπτικής γωνίας και η αναδιάρθρωση του λόγου και του τόνου της φωνής από τη μια γενιά στην άλλη, και ακόμη από τη φωνή των άλλων ομότεχνων μες στην ίδια εποχή και συντεχνία. (Ή κατά τον H.R. Jauss,η «αισθητική απόκλιση» που σημειώνεται μεταξύ των δυο «οριζόντων προσδοκίας» του αναγνώστη, δηλαδή του προϋπάρχοντος και εκείνου που η νεότερη ποιητική φωνή καθιερώνει). Η αναδιάρθρωση του λόγου, όχι της γλώσσας (langue) αλλά ως ομιλίας (parole) και της «μουσικότητας» και της «ρητορικότητας» του λόγου, με την έννοια του ανατονισμού αυτής της ομιλίας. «Ανατονισμός» που είναι αναγκαίος για την ανανέωση και την καινούργια διαμόρφωση ή διακύμανση του ύφους.
Οι αντίποδες και η παράλληλος τους Ένας παραλληλισμός με τα αναγκαία παραθέματα αρκεί, ώστε να μας χρησιμεύσει και ως κρίκος: Δυο γενιές προηγουμένως, σε αντικατάσταση ενός στόχου και ενός τόνου υψωμένου επάνω από τα πράγματα π.χ. «ύπνος ιερός λιονταρίσιος» (Σικελιανός), «Η Πολιτεία των αφεντάδων, / το Δίκαιο των αδικητάδων!» (Βάρναλης) και «Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου χρυσό σκουφί του νου μου» (Καζαντζάκης), αντιπαρατέθηκε από ποιητές της συνεχόμενης γενιάς (από τον Ουράνη ως τον Καββαδία και από το Φιλύρα ως τον Άγρα και τον Παπανικολάου), η οπτική της καθημερινότητας και ένας τόνος «χαμηλής φωνής», σαν αυτή που ανθολόγησε στην Χαμηλή φωνή του ο Αναγνωστάκης, για φυγές σε άλλα λιμάνια, τραίνα αποχαιρετισμού, περαστικές ή πιερότους και όνειρα εφήμερα που βρίσκονται και χάνονται μες στη «βουή του δρόμου», ώσπου αγγίζοντας και την κοινωνική παθολογία της μεσοπολεμικής μας γραφειοκρατίας, στην αντιπροσωπευτικότερη αποτύπωση του φαινομένου (π.χ. «Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν / σαν στήλες δύο μες στα γραφεία»), τελικά ο λόγος έπηξε ως μαρτυρία ενός γενικότερου αδιεξόδου και εκφράστηκε συμβολικά, με αυτές τις αλυσιδωτές μεταφορές του Καρυωτάκη:
Σύμβολα εμμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν
άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους
τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν,
γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους.
Κάτι που συνέβη ανάλογα μεταπολεμικά, τηρουμένης της διαφοράς των συνθηκών και της γραφής –ανασύνταξη του χρόνου ως ιστορικού και «πεζή» ελευθερόστιχη γραφή- με τον Αναγνωστάκη. Και αυτός, παρόμοια, αντίθετα με την υπέρβαση της προηγούμενης γενιάς του –τη μυθοδραματική ή μυθολυρική (π.χ. Σεφέρης και Ελύτης) και την προγραμματισμένη (π.χ. Ρίτσος) ή την ανατρεπτική (π.χ. Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος)- και εξαρχής διαφοροποιημένος, ψυχολογικά και εκφραστικά, από τις φωνές της εποχής, των πιστών ως τότε (λ.χ. Λειβαδίτης και Πατρίκιος) και αιρετικών εν συνεχεία (Αλεξάνδρου, Κατσαρός) συνομηλίκων του, στάθηκε πολύ κοντά και χαμηλά στο ύφος των πραγμάτων με την πρόθεση αρχικά αυτά να αποτυπώσει, πριν ακόμη από την πολιτική του περιπέτεια που και αυτή «αισθηματοποιήθηκε»ανάλογα (με την έννοια που έχει το ρήμα στον Καβάφη), με τα κείμενα των Εποχών 2 και 3:
Μια μέρα θα γράψω την ιστορία των χρόνων μου
Ένας κήπος μ’ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα
Μια θάλασσα που ταξιδεύουνε τα πλοία χωρίς προορισμούς
Πρόσωπα σπαταλημένα την εποχή που κατόρθωσαν ν’ αγγίξουν ελαφρά μια συνετά φυλαγμένη πτυχή μας
Πρόσωπα που ‘ταν για μας η στοργή τους πληγή, αυτά θα σου γράψω.