Εδώ έγκειται η χτυπητή «ιδιαιτερότητα» του Κάλβου. Χτυπητή, όπως με άλλους τρόπους του Καβάφη, που με τη συνέχεια του Ελληνισμού μιας ζώσας περιφέρειας είχε την ακραία πολυτέλεια να αποστασιοποιείται ως εικονολάτρης. Ενώ ο Κάλβος απομονωμένος, έξω ακόμη από και από αυτή την παροικία του, είναι ο στερημένος ιδαγλός που εκφράζεται ως εικονολάτρης. Κουβαλά τη «συν-τυχία» μιας διπλής, ασύμπωτης, συνείδησης. Είναι έλληνας και ξένος, διανοητής και ποιητής συνάμα. Όχι νεοέλληνας που ακολουθεί τους ευρωπαίου, ή ευρωπαίος που εκφράζεται ως φιλέλληνας. Ούτε λόγιος που γράφει ποίηση, ή και ποιητής που λογιοτατίζει. Είναι και τα δύο συγχρόνως, ως συνέκφανσηκαι ως διχοστασία: ξένος όταν πλησιάζει τα ελληνικά (απ’ το θέμα ως τη στιχουργία και τη γλώσσα) και Έλληνας όταν ασπάζεται τα ξένα (ιδεώδη και μορφώματα). Μια διχοστασία πολλαπλή, που αντανακλάται στη δομή. Δηλαδή σε μια οικονομική ανοιχτή των ιδεών –ιδεών κοινόχρηστων, του ευρωπαϊκού διαφωτισμού της εποχής- συστοιχεί η ελληνοκεντρική κλειστή οικονομία της μορφής του. Για τους ξένους η δομή των ιδεών του μεταφράζεται ως απήχηση της κεντρικής τους ιδεολογίας, μέσα από τη «ξανατονισμένη» φόρμα της ωδής. Αλλά, ακόμη πιο βαθιά, πρόκειται για αλληλοδιείσδυση των όρων, από μια συνείδηση που υπήρξε ο συμπλέκτης και των δυο «συντυχιών»: και της ποίησης που διαπερνά την κεντρική ιδεολογία και της ιδεολογίας που επιμένει μες την ποίηση της περιφέρειας. Και η ωδή του ως πνευματική κατασκευή είναι και ρητορική και αρμονία: μελωδεί με λογικές κατηγορίες. Με κορύφωση τη γλώσσα, που από «πτωχική» ως υλική ενδυμασία γίνεται λαμπρός χιτώνας ύφους. Γίνεται παράδοξος ως ήχος, καθώς έρχεται αποξενωμένος απ’ τη σύγχρονη ακουστική πραγματικότητα, «κρυπτογραφικός» σχεδόν πομπός των ιδεών.
|