Ο τόμος που ακολουθεί αποτελείται από οχτώ σπονδυλωτές μελέτες για την ποίηση του Βάρναλη. Θέμα της σπουδής τους είναι η μεσοπολεμική περίοδός της: η ανάπτυξη και η προβληματική της ποίησής του στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Είναι η φάση της ακμής της, που χωρίζεται ευδιάκριτα απ’ την προηγούμενη (της βακχικής του περιόδου) και από την επομένη (της εμπειρίας των διώξεων, της κατοχής, και του μεταπολέμου), με τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα και έργα του. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της είναι η καλλιέργεια της σύνθεσης και η ιδεολογική μεταστροφή του ποιητή• και τα αντιπροσωπευτικά του έργα ο Προσκυνητής και η συνέχειά του, με κατάληξη τις δύο κορυφαίες συλλογές Το φως που καίει και οι Σκλάβοι πολιορκημένοι. Σχετικοί με την προτεραιότητα των προβλημάτων και με την αξία αυτών των έργων είναι και η οργάνωση των μελετών αυτού του τόμου. Κεντρική είναι η θέση και εκτενέστερη η ανάπτυξη ιδιαίτερα εκείνων που αναφέρονται σε αυτές τις δύο συλλογές («Το φως που καίει και η μέθοδος των μυθικών συμβόλων» και «Σκλάβοι πολιορκημένοι, ο ιστορικός ρεαλισμός και η σάτιρα των ιδεών»). Και οι δύο βασικές αυτές μελέτες συνοδεύονται από άλλες ειδικότερες: από μία εισαγωγική που ανιχνεύει τη λανθάνουσα συνέχεια της συλλογής Προσκυνητής («Σύνθεση και Ιδεολογία») και από δύο άλλες στις οποίες μελετάται, μέσα από τα αυτοτελή ποιήματα της ίδιας περιόδου, το υπέδαφος και η προέκταση εκείνων των συνθέσεων («Δύο μεταίχμια ιδεολογικού και ποιητικού προσανατολισμού») ως τη «λύση» τους και τη μετάβασή του προς την τελευταία φάση και εποχή της ποίησής του («Τα υστερόγραφα της δημιουργικής δεκαετίας και το πέρασμα προς την ιστορική επικαιρότητα»). Με τις δύο επόμενες μελέτες ερευνώνται θέματα πηγών και άλλων σχέσεων της ποίησής του: διεξοδικότερα ερευνάται η αμφίσημη σολωμική του σχέση («Ο αντιιδεαλστικός σολωμισμός του Βάρναλη») και συνοπτικά η επικοινωνία του με τους άλλους μείζονες και ελάσσονες της εποχής («Οι λανθάνουσες αντιστοιχίες ενός ποιητής»). Και ο τόμος κλείνει με μια τελευταία γενική και εκτενέστατη μελέτη για τη δραστικότητα του πιο εκφραστικού οργάνου του, της σάτιρας («Σάτιρα και πολιτική»). Έτσι εποικοδομούνται και έτσι σπονδυλώνονται οι μελέτες μεταξύ τους. Με τα όρια του αναπτύγματος τους αυστηρά καθορισμένα από το πλεόνασμα του υλικού της αρχικής του σύνθεσης (Προσκυνητής) ως τις διαδοχικές μορφές των δύο άλλων του συνθέσεων (Το φως που καίει, Σκλάβοι πολιορκημένοι) και από την κατάχρηση των μυθικών συμβόλων ως την εγκαινίαση της γλώσσας του κοινωνικού ρεαλισμού• απ’ τις ξένες οφειλές της ποίησής του ως τη ζωντανή της λειτουργία και από την απήχηση στους μεταγενέστερους ως την τελική μνημείωσή της. Αλλά για τον επιμελητή του τόμου, πέρα π’ τη διαπραγμάτευση και την οργάνωση του υλικού, σημασία είχε η επισήμανση κυρίως ορισμένων βασικών κανόνων σκέψης ή αρχών της δημιουργικής του φαντασίας. Αυτές είναι η μονομανία του για σύνθεση, που σε αυτή τη φάση προηγείται, υπερβαίνει και πειθαναγκάζει και την ιδεολογική του ακόμη σκόπευση ή σκοπιμότητα. Είναι η αρχή και ο κανόνας της αφόρμησης απ’ την ιδέα ή την έμπνευση ενός άλλου ομότεχνου ως παλμοδότη του και με αυτή την παλμοδότηση το πέρασμα από την ιδιοποίηση στην αντί / ποίησή της. Είναι, γενικά, ο νόμος της αντιστροφής: της κοινωνικοποίηση μιας αφορμής ατομικής και της μεταποίησης μιας πίστης του παλαιότερης με αναλλοίωτα το θέμα και τη φόρμα του ποιήματος Και ο κύκλος κλείνει με άλλες ηθικές και ψυχολογικές αρχές – έκπτωση και έγερση (που γίνεται εξέγερση), πόνος-θέληση (και αυτή για επανάσταση), λόγος και αντίλογος (που γίνονται από «αγώνες λόγου» σκέλη διαλεκτικά) – και με την αντιπαράθεση των ρόλων που προσφέρονται έτσι λογοτεχνικά σαν μια «παράσταση» και ιδεολογικά σαν στίβος διαπάλης αντιμαχόμενων ιδεών και [παρα]τάξεων. Τις αρχές αυτές ο αναγνώστης θα τις βρει πολλές φορές να επέρχονται, άλλοτε παραλλαγμένες και άλλοτε απαράλλακτες, στην ανάπτυξη αυτών των μελετών. Επανάληψη που τη σεβάστηκε η έκδοση, προκειμένου να αποδοθεί πιστά η πρώτη δημοσίευση και να τονιστεί η μουσική τους λειτουργία, που φιλοδοξεί να μετατρέψει σε δυνάμει ενορχήστρωση τη σπονδύλωση των μελετών αυτού του τόμου. Ενορχήστρωση της κριτικής που χάνεται στο βάθος, ενώ είναι εμφανής και κυριαρχεί στην επιφάνειας ο φόρτος της φιλολογίας.
|